διχαστῆρες Save διχαστῆρες, the incisors LSJ Pape δῐχ-αστῆρες ὀδόντες, οἱ, the incisors, Poll. 2.91. διχαστῆρες, ὀδόντες, οἱ, Schneidezähne, Poll. 2.91.