δορίκτυπος
δορίκτυπος, spear-clashing
δορῐ-κτῠπος, ον,
- spear-clashing, Pi. N. 3.60.
1 acompañado del fragor de las lanzas
ἀλαλά
2 que entrechoca la lanza de pers.
δορικτύπων Αἰακιδᾶν
δορί·κτυπος, ος, ον [ῠ] qui résonne du bruit des lances, Pd. N. 3, 103 ; 7, 13.
Étym. δόρυ, κτυπέω.
δορίκτυπος, speerklingend ; ἀλαλά Pind. N. 3.57 ; αἰακίδαι 7.9.
δορίκτῠπος, -ον
- 1of, with clashing spears πεμφθεὶς ὑπὸ Τροίαν δορίκτυπον ἀλαλὰν Λυκίων τε προσμένοι καὶ Φρυγῶν (edd. refer the adj. to either Τροίαν or ἀλαλάν) N. 3.60 πόλιν γὰρ φιλόμολπον οἰκεῖ δορικτύπων Αἰακιδᾶν N. 7.9