Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δοξομιμητική
δοξομιμητική, his art
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δοξαστέον
δοξαστήρ
δοξαστής
δοξαστικός
δοξαστικῶς
δοξαστός
δοξαστῶς
δοξικός
δόξις
δοξοκαθαιρέτης
δοξοκαθαιρετικός
δοξοκαλία
δοξοκομπέω
δοξοκομπία
δοξοκοπέω
δοξοκοπία
δοξοκοπικόν
δοξοκοπικός
δοξοκόπος
δοξολογέω
δοξολόγημα
δοξολογία
δοξολογικός
δοξολόγος
δοξομανέω
δοξομανής
δοξομανία
δοξοματαιόσοφοι
δοξοματαιόσοφος
δοξομιμητής
δοξομιμητική
δοξομιμητικός
δοξόομαι
δοξοπαιδευτικός
δοξοποιέω
δοξοποιΐα
δοξοποιία
δοξοσοφία
δοξόσοφος
δοξότης
δοξοφαγία
δοξόφαυλος
δοξοφόρος
δοξοχαρής
δοξόω
δόξω
δορά
δοράζει
δοράζω
Δοράθ
δοράκινον
δόραντον
δορατιαῖος
δορατίζομαι
δορατίζω
δοράτιον
δορατισμός
δορατιστής
δορατόγλυφος
δορατογλύφος
δορατοδέξιος
…
δοξομιμητική
Save
δοξομιμητική, his art
LSJ
δοξο-μῑμητική (sc.
τέχνη
), ἡ,
his art,
Pl.
Sph.
267e.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}