δοξόομαι
δοξόομαι, to have the character
δοξόω, only Pass., δοξόομαι,
- have the character or credit of being, ἐδοξώθη εἶναι σοφώτατος Hdt. 8.124; δεδόξωσθε εἶναι ἀγαθοί Id. 7.135, cf. 9.48.
1 tener fama de
δεδόξωσθε ... ἄνδρες εἶναι ἀγαθοί
ἐδοξώθη εἶναι ἀνὴρ ... σοφώτατος
2 imaginarse
δοξοῦσθαι· κατοπτρίζεσθαι. φαντάζεσθαι
δοξόομαι, pass., im Rufe stehen, mit folgdm inf., Her. 7.135, 8.124, 9.47.
δοξόομαι,
- perf. δεδόξωμαι· Pass.:— to have the character or credit of being, c. inf., Hdt.