δυσοιώνιστος
δῠσοιών-ιστος, ον, = foreg., Ph. 2.542, Hermog. Stat. 3, Luc. Eun. 6, D.C. 41.49.
de mal agüero
glos. a δύσορνις
θέαμα
ἡ ... σιδήρου τομή
χρήσασθαι δὲ τοῖς ἐνταφίοις δυσοιώνιστον ὑπολαμβάνω
δυσ·οιώνιστος, ος, ον [ῠ] de mauvais augure, Luc. Eun. 6 ; DC. 41, 49.
Étym. δ. οἰωνίζομαι.