About Report a problem

Menu

δύσοκνος

δύσοκνος, very lazy

δύσ-οκνος [ῠ], ον,
  • very lazy: Adv. -κνως, ἐξεγείρεσθαι M.Ant. 5.1; unwillingly, καταλείπειν τέκνα Hdn. 6.7.1.

Saved

Recent