δυσοργία Save LSJ Bailly 2024 Pape δῠσοργ-ία, ἡ, = δυσοργησία, v.l. in Hp. VM 10. δυσοργία, ας (ἡ) c. δυσοργησία, Hpc. 12, 11. Étym. δύσοργος. δυσοργία, ἡ, = δυσοργησία, Hippocr.