δυσόργητος
δυσόργητος, quick to anger
δῠσόργ-ητος, ον,
- = δύσοργος, Arist. Phgn. 811a31, [Babr.] 11.12; θεός Poll. 1.39. Adv. -τως D.H. 6.47.
I
1 irascible, iracundo
θεός
βασιλεύς
2 impío o cruel Hsch.
II adv. -ως de forma irritable o irascible
δ. ταῖς τύχαις ὁμιλοῦντες
μὴ δ. ἐνέγκατε
δυσ·όργητος, ος, ον [ῠ] irascible, Babr. 11, 12 ; Max. π. κατ. 104.
Étym. δ. ὀργάω.
δυσόργητος, jähzornig, sehr zornig, Babr. 11.12 ; adv., Dion.Hal. 6.47, 7.31.
δυσόργητος
δυσ-όργητος, ον
= δύσοργος, Babr.