About Report a problem

Menu

δυσπρόσβλητος

δυσπρόσβλητος -ον

difícilmente accesible, fig. inasequible ἡ ζήτησις δ. ... ταῖς ἡμετέραις ἐστὶ διανοίαις Cyr.Al.M.76.649D.

Saved

Recent