εὐεπίμεικτος
εὐεπίμεικτος, accessible
εὐεπί-μεικτος, ον,
- accessible, χώρα πᾶσα εὐ. Str. 11.2.2; of men, τὸ εὐ. πρὸς ἀλλήλους Id. 11.4.6, cf. Poll. 5.138. Adv. -τως ib. 139.