εὐέργαστος Save Bailly 2024 Pape εὐ·έργαστος, ος, ον, facile à former, avec πρός et l’acc. Clém. 109. Étym. εὖ, ἐργάζομαι. εὐέργαστος, leicht zu machen, zu bilden, πρός τι, Clem.Al.