εὐεπίμικτος
εὐ·επίμικτος, ος, ον, qui est d’un commerce facile, sociable, Str. 493.
Étym. εὖ, ἐπιμίγνυμι.
εὐεπίμικτος, mit dem man leicht verkehren kann ; Strab. XI.2 p. 493 χώρα.
• Adv ., Poll. 5.139, = φιλανθρώπως.
• Adv ., Poll. 5.139, = φιλανθρώπως.