εὐεπίδρομος
εὐεπίδρομος, easily scaled
εὐεπί-δρομος, ον,
- easily scaled, γεώλοφον Agath. 2.2; assailable, χωρία τοῖς βαρβάροις Id. 5.14: metaph., φιλοσοφία εὐ. σοφισταῖς Them. Or. 20.235d.
εὐ·επίδρομος, ος, ον, où il est facile de courir, Thém. 288, 23.
Étym. εὖ, ἐπιδραμεῖν, de ἐπιτρέχω.