εὐκαλλώπιστος
εὐκαλλώπιστος, beautifully adorned
εὐκαλλώπιστος, ον,
- beautifully adorned, Hsch. s.v. κοσμιωτάτη, Phot. s.v. κεκομψευμένος.
εὐκαλλώπιστος, beautifully adorned