εὐκαταγώνιστος
εὐκαταγώνιστος, easily conquered
εὐκατ-ᾰγώνιστος, ον,
- easily conquered, Plb. 9.4.8, Luc. Tyr. 22.
εὐ·καταγώνιστος, ος, ον [ᾰγ] facile à vaincre ou à conquérir, Pol. 4, 4, 8 ; 29, 2, 8 ; Luc. Tyr. 22, etc.
Étym. εὖ, καταγωνίζομαι.
εὐκαταγώνιστος, leicht niederzukämpfen, Pol. 4.4.8 ; Luc. Tyrannic. 22 ; DS. 20.31.