εὐκάρπησις Save LSJ Bailly 2024 εὐκάρπ-ησις, εως, ἡ, f.l. for ἐκκάρπησις, Gal. 6.665. εὐκάρπησις, εως (ἡ) c. le suiv. Gal. 6, 374. Étym. εὐκαρπέω.