εὐκαταγέλαστος
εὐκαταγέλαστος, exposed to ridicule
εὐκαταγέλαστος, ον,
- exposed to ridicule, Alex.Aphr. Pr. 1.80.
εὐ·καταγέλαστος, ος, ον, tout à fait risible ou ridicule, A. Aphr. Probl. 25, 29.