εὐκάμπεια
εὐκάμπεια, flexibility
εὐκάμπ-εια, ἡ,
- flexibility, of the body, Antyll. ap. Orib. 6.35.1.
εὐκάμπεια, ας (ἡ) c. εὐκαμψία, Antyll. (Orib. 126 Matthäi).
Étym. εὐκαμπής.
εὐκάμπεια, ἡ, Biegsamkeit, Sp.