εὐμενία
εὐμενία, good will of the gods
Εὐμεν-ία, ἡ, v. εὐμένεια.
εὐμενία, ας (ἡ) c. εὐμένεια 1, Pd. P. 12, 4.
εὐμενία, ἡ, p. = εὐμένεια, Pind. P. 12.4.
εὐμενία
- 1good will ἵλαος ἀθανάτων ἀνδρῶν τε σὺν εὐμενίᾳ δέξαι στεφάνωμα τόδʼ P. 12.4