εὐμετακύλιστος
εὐμετακύλιστος, easy to roll over
εὐμετα-κύλιστος [ῠ], ον,
- easy to roll over, τὸ τῆς βάσεως (sc. τῆς τύχης) εὐ. Gal. Protr. 2.
εὐ·μετακύλιστος, ος, ον [ῠ] facile à rouler ou à déplacer, Gal. 2, 4.
Étym. εὖ, μετακυλίω.
εὐμετακύλιστος, leicht umzuwälzen, Gal.