εὐπαραλόγιστος
εὐπαραλόγιστος, easily cheated
εὐπαρα-λόγιστος, ον,
- easily cheated or misled, εὐ. πᾶς ὄχλος Plb. 11.29.9, cf. Phld. Ir. p.38 W., J. AJ 4.6.11, Hierocl. in CA 13 p.448 M.: Sup., Plb. 5.75.2.
εὐ·παραλόγιστος, ος, ον, facile à tromper par de faux raisonnements, Pol. 11, 29, 9 ||
Sup. -ότατος, Pol. 5, 75, 2.
Étym. εὖ, παραλογίζομαι.
εὐπαραλόγιστος, leicht zu hintergehen (durch falsche Schlüsse), zu überlisten, Pol. 5.75.2 πάντων τῶν ζῴων εὐπαραλογιστότατον ὁ ἄνθρωπος, vgl. 11.29.9.