Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐπροσώπως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐπρόιρον
εὐπροόρατος
εὐπροσαγκάλιστος
εὐπρόσδεκτος
εὐπροσδόκητος
εὐπρόσεδρος
εὐπροσηγορία
εὐπροσήγορος
εὐπροσηγόρως
εὐπρόσθετος
εὐπρόσιτος
εὐπροσίτως
εὐπρόσκοπος
εὐπρόσκρουστος
εὐπροσόδευτος
εὐπρόσοδος
εὐπρόσοιστος
εὐπροσόμιλος
εὐπροσόρμιστος
εὐπρόσρητος
εὐπροσφθέγκτοις
εὐπρόσφθεγκτος
εὐπρόσφορος
εὐπρόσφυτος
εὐπροσωπέω
εὐπροσωπία
εὐπροσωπίζομαι
εὐπροσωποκοίτης
εὐπροσωπόκοιτος
εὐπρόσωπος
εὐπροσώπως
εὐπροφάσιστος
εὐπρόφορος
εὐπροχώρητος
εὐπρυμνής
εὔπρυμνος
εὔπρῳρος
εὔπταιστος
εὔπτερος
εὐπτέρυγος
εὐπτησία
εὐπτόητος
εὐπτοίητος
εὐπτόλεμος
ἐϋπτόλεμος
εὔπτορθος
εὐπυγία
εὐπυγμέω
εὔπυγος
Εὐπυλίδας
εὐπυνδάκωτος
εὔπυργος
Εὐπυρίδαι
Εὐπυρίδης
εὔπυρος
εὐπυροφόρος
εὐπύρωτος
εὐπώγων
Εὐπωλία
εὔπωλος
εὔπωνος
…
εὐπροσώπως
Save
Bailly 2024
εὐπροσώπως,
adv.
d’une manière spécieuse,
Philstr.
510
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}