Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐστρόφως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὔστομος
εὐστόμως
εὐστόν
εὔστοος
Εὐστόργιος
εὔστοργος
εὐστόρθυγξ
εὐστοχέω
εὐστόχημα
εὐστοχία
εὔστοχος
εὐστόχως
εὕστρα
εὔστρα
εὐστραβής
Εὔστρατος
εὐστραφής
εὔστρεπτος
ἐΰστρεπτος
ἐύστρεπτος
ἐϋστρεφής
εὐστρεφής
εὐστρόγγυλος
εὐστροφάλιγζ
εὐστροφάλιγξ
εὐστροφής
εὐστροφία
εὔστροφος
ἐΰστροφος
Εὔστροφος
εὐστρόφως
εὔστρωτος
εὔστυλος
εὐσύγγνωστος
εὐσύγκριτος
εὐσύγκρυπτος
εὐσυγχώρητος
εὐσύϊνος
εὐσυκοφάντητος
εὐσύλητος
εὐσύλληπτος
εὐσυλλόγιστος
εὐσύμβατος
εὐσυμβίβαστος
εὐσυμβίωτος
εὐσύμβλητος
εὐσύμβολος
εὐσύμβουλος
εὐσυμμέτρως
εὐσυμπερίφορος
εὐσυμπερίφυτος
εὐσυμπλήρωτος
εὐσύμπτωτος
εὐσύμφορος
εὐσύμφυτος
εὐσυνάγωγος
εὐσυνάλλακτος
εὐσυναλλάκτως
εὐσυναλλαξία
εὐσυνάντητος
εὐσυνάρμοστος
…
εὐστρόφως
Save
Bailly 2024
εὐστρόφως,
adv.
avec souplesse, adroitement,
A. Pl.
385
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}