ἐΰστροφος
ἐΰστροφος, ep. = εὔστροφος.
ἐΰστροφος
[ἐϋ- 1 + στροφ-, στρέφω.]
V. l. for and = ἐϋστρεφής in Il. 13.599, 716.
[ἐϋ- 1 + στροφ-, στρέφω.]
V. l. for and = ἐϋστρεφής in Il. 13.599, 716.