εὐστρεφής
εὐ·στρεφής, épq. ἐϋ·στρεφής, ής, ές, c. le préc. Il. 15, 463 ; Od. 9, 427, etc. ; Opp. C. 1, 151 ; A. Rh. 1, 368.
Étym. εὖ, στρέφω.
εὐστρεφής, ές, ep. ἐϋστρεφής, = εὔστρεπτος, νευρή Il. 15.463 ; λύγοι Od. 9.427 ; ὅπλον, Tau, 14.346 ; πεῖσμα 10.167 ; ἔντερον οἰός, Darmsaite, 21.408 ; sp.D., wie Opp. Cyn. 1.151 Ap.Rh. 1.368.