ἐΰστρεπτος
ἐΰστρεπτος, ep. = εὔστρεπτος.
ἐΰστρεπτος
[ἐϋ- 1 + στρεπ-, στρέφω.]
= ἐϋστρεφής. βοεῦσιν Od. 2.426 = Od. 15.291.
[ἐϋ- 1 + στρεπ-, στρέφω.]
= ἐϋστρεφής. βοεῦσιν Od. 2.426 = Od. 15.291.