θεμερύνομαι Save LSJ Pape θεμερύνομαι (θεμαρ- cod.), = σεμνύνομαι, Hsch. s.v. θέμερον; also, = τρυφῶ, Com.Adesp. 1017 (v.l.). θεμερύνομαι, = σεμνύνομαι, Hesych.