θεμερός
θεμερός, α, ον,
- = βέβαιος, σεμνός, εὐσταθής, Hsch.; θεμερώτερα IG 14.1018.3 (iv A.D.). [On accent see Supp.]
θεμερός θαμερᾶ, θεμερᾶ codd. N. 7.83 ἡμέρᾳ coni. Benedictus, invit. Σ metr.]
θεμερός, όν
= σεμνός, Anth.
Deriv. uncertain.