θεματίτης
θεματίτης, depositor
θεμᾰτ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- depositor, SIG 742.59 (Ephesus, i B.C.).
- 2 θ. ἀγών, ὁ, = θεματικὸς ἀγών, IG 14.1102.33.
θεματίτης, ἀγών, ὁ, = θεματικός, Inscr.