θεόκτιτος
θεόκτιτος, created by God
θεό-κτῐτος, ον,
- = foreg. [θεόκτιστος] I, Sol. 36.6; γαῖα Epigr.Gr. 223.5.
θεό·κτιτος, ος, ον [ῐ] c. le préc. Sol. 35, 6 ; Anth. 9, 103.
Étym. θ. *κτίω.
θεόκτιτος, von Gott erbaut, gemacht, Τροία Munat. ep. (IX.103).
θεόκτιτος
θεό-κτῐτος, ον
κτίζω
- created by God, Solon.