θηρίωμα
θηρίωμα, malignant ulcer
θηρῐ-ωμα, ατος, τό,
- malignant ulcer (cf. θηρίον II), Cels. 5.28.3, Dsc. 2.109, Erot. s.v. τὸ θηριῶδες, Gal. 17(1).948.
θηρίωμα, ατος (τὸ) ulcère malin, Gal.
Étym. θηριόω.
θηρίωμα, τό, bösartiges Geschwür, Medic.