θηριωδία
θηρῐ-ωδία, ἡ,
- = θηριότης, v.l. in Arist. EN 1145a24, cf. Sch. E. Or. 518 (written θηρῐ-ώδεια Asp. in EN 130.7).
θηριωδία, ας (ἡ) férocité, bestialité, Arstt. Nic. 7, 1, 2 dout.
Étym. θηριώδης.
θηριωδία, ἡ, = θηριότης, Sp. Bei Arist. Eth. 7.1.2 ist die bessere Lesart θηριώδει.
θηριωδία, ἡ,
= θηριότης, Arist.