θηρόβρωτος
θηρόβρωτος, where wild beasts feed
θηρό-βρωτος, ον,
- = θηρόβοτος, Str. 6.1.12 (v.l. θηριόβρωτος).
θηρό·βρωτος, ος, ον, c. θηριόβρωτος, Str. 263.
Étym. θ. βιβρώσκω.
θηρόβρωτος, v.l. für θηριόβρωτος, Strab. VI.263.