θηριομάχης
θηριομάχης, one who fights with beasts
θηριο-μάχης [ᾰ], ου, ὁ,
- one who fights with beasts, D.S. 36.10.
θηριο·μάχης, ου (ὁ) [ᾰ] c. θηριομάχος, DS. Exc. p. 537, 44.
θηριομάχης, ὁ, = θηριομάχος, DS. exc. p. 537.44.