θρασύθυμος
θρασύθυμος, bold-hearted
θρασύ-θῡμος, ον,
- bold-hearted, Man. 4.529; cf. θρασύμυθος.
θρασύ·θυμος, ος, ον [ᾰῠῡ] d’un courage audacieux, Man. 4, 529.
Étym. θρ. θυμός.
θρασύθυμος, [ῡ], keckes Mutes, Man. 4.529.
[θρασύθυμος, v. θρασύμυθος.]