θυηπολικός
θυηπολικός, sacrificial
θῠηπολ-ικός, ή, όν,
- sacrificial, πῦρ, μέρος, Iamb. Myst. 5.11, 18; θεσμός Zos. 4.59.
θυηπολικός, ή, όν, qui concerne un sacrifice, Zos. 4, 59 ; Jambl. Myst. 215, 3.
Étym. θυηπόλος.
θυηπολικός, die Opfer betreffend, Sp.