θυήλημα
θυήλημα, sacrificial offering
θῠ-ήλημα, ατος, τό,
- sacrificial offering, Thphr. Char. 10.13:—Ion. θυαλήματα SIG 57.38 (Milet., v B.C.); cf. θύλημα.
θυήλημα, τό, bei Theophr. f.l. für θύλημα.