θυλέομαι
θυλέομαι, to offer
θῡλ-έομαι,
- offer in sacrifice, ἀλφίτων ὀλίγας δράκας Porph. Abst. 2.17; θυηλήσασθαι shd. be read in Poll. 1.27.
θυλέομαι-οῦμαι [ῡ] offrir en sacrifice, Porph. Abst. 2, 17.
Étym. θύω.
θυλέομαι, [ῡ], opfern, Sp.
θυλέομαι,
θύος
- to offer.