θυλακοφόρος
θυλακοφόρος, carrying a bag
θῡλᾰκο-φόρος, ον,
- carrying a bag, name for prospectors, Hsch., Phot.
θυλακοφόρος, [ῡ], Sackträger, nach VLL von Bergleuten.
θυλακοφόρος, carrying a bag