θυλακώδης
θῡλᾰκώδης, ες,
- = θυλακοειδής, Thphr. HP 3.7.3, Dsc. 1.90, Mnesith. Cyz. ap. Orib. inc. 15.8.
θυλακώδης, ης, ες [ῡᾰ] c. θυλακοειδής, Th. H.P. 3, 7, 3.
Étym. θύλακος, -ωδης.
θυλακώδης, [ῡ], ες, = θυλακοειδής, Theophr.