καλυπτηρίζω
καλυπτηρίζω, cover with tiles
κᾰλυπτ-ηρίζω,
- cover with tiles, Att. fut. -ιῶ, IG 2(2).463.71: καλυπτηριάζω, Gloss.
καλυπτηρίζω, cover with tiles