καλυμμάτιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰλυμμάτιον, τό, Dim. of κάλυμμα 9, Ar. Fr. 73. καλυμμάτιον, ου (τὸ) [ᾰᾰ] sorte de tuile, Ar. fr. 54. Étym. dim. du préc. καλυμμάτιον, τό, dim. zu κάλυμμα, Ar. frg. 54.