Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάλυψ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καλύκη
καλυκίζειν
καλυκίζω
καλύκιον
καλυκοστέφανος
καλυκώδης
καλυκῶπις
καλύκωσις
κάλυμμα
καλυμμάτιον
Κάλυμνα
Καλύμνιος
Κάλυνδα
Καλυνδεῖς
Καλυνδικός
κάλυξ
κάλυξις
καλύπτειρα
καλυπτήρ
καλυπτηρίζω
καλυπτήριον
καλύπτης
καλυπτός
καλύπτρα
Καλύπτρη
καλύπτρη
καλύπτω
καλυφή
καλύφη
καλύφιον
κάλυψ
κάλυψις
Καλυψώ
καλχαίνω
Καλχαντιάδης
Κάλχας
κάλχη
Καλχηδόνιος
Καλχηδών
κάλχιον
καλχίς
καλῴδιον
καλώδιον
Καλώνδης
καλωνυμέομαι
καλώνυμος
καλωπός
Κάλωρ
καλῶς
κάλως
καλωστρόφος
κάμ
καμακίας
καμακίδιον
καμάκινος
καμάκιον
καμάν
Κάμανδρος
κάμαξ
καμάρα
καμαρεύω
…
κάλυψ
Save
LSJ
κάλυψ [ᾰ], ῠβος, ὁ,
= καλύβη,
S.
Fr.
574.6.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}