καλύπτειρα
καλύπτειρα, a veil
κᾰλύπτ-ειρα, ἡ, fem. of sq.,
- = καλύπτρα, veil, AP 6.206 (Antip. Sid.).
καλύπτειρα, ας (ἡ) [κᾰ] voile, Anth. 6, 206.
Étym. fém. du suiv.
καλύπτειρα, ἡ, fem. zu καλυπτήρ, der Schleier, Antip.Sid. 21 (VI.206).
καλύπτειρα
κᾰλύπτειρα, ἡ,
= καλύπτρα,
- a veil, Anth.