Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καλύπτρη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καλυδών
Καλυδώνιος
Καλύκαδνος
καλυκάνθεμον
καλύκειος
καλύκη
Καλύκη
καλυκίζειν
καλυκίζω
καλύκιον
καλυκοστέφανος
καλυκώδης
καλυκῶπις
καλύκωσις
κάλυμμα
καλυμμάτιον
Κάλυμνα
Καλύμνιος
Κάλυνδα
Καλυνδεῖς
Καλυνδικός
κάλυξ
κάλυξις
καλύπτειρα
καλυπτήρ
καλυπτηρίζω
καλυπτήριον
καλύπτης
καλυπτός
καλύπτρα
Καλύπτρη
καλύπτρη
καλύπτω
καλυφή
καλύφη
καλύφιον
κάλυψ
κάλυψις
Καλυψώ
καλχαίνω
Καλχαντιάδης
Κάλχας
κάλχη
Καλχηδόνιος
Καλχηδών
κάλχιον
καλχίς
καλῴδιον
καλώδιον
Καλώνδης
καλωνυμέομαι
καλώνυμος
καλωπός
Κάλωρ
καλῶς
κάλως
καλωστρόφος
κάμ
καμακίας
καμακίδιον
καμάκινος
…
Καλύπτρη
Save
Bailly 2024
Καλύπτρη,
ης
(
ἡ
) [
ᾰ
] Kalyptrè,
f.
Anth.
9, 240
.
Étym.
ion. du préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}