Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κήρυκος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηρόφιν
κηροφορέω
κηροφόρον
κηροχίτων
κηρόχρως
κηροχυτέω
κηρόχυτος
κηρόω
κήρτεα
κηρύβια
κήρυγμα
κηρυγμός
κηρύκαινα
κηρυκεία
κηρυκειοειδής
κηρύκειον
κηρύκειος
Κήρυκες
κηρύκευμα
κηρύκευσις
κηρυκεύω
κηρυκηΐη
κηρυκήϊον
κηρυκίδαι
Κηρυκίδης
κηρυκικός
κηρύκινος
κηρυκιοειδής
κηρύκιον
κηρυκιοφόρος
κήρυκος
κηρυκτής
κηρυκτικός
κηρυκτός
κηρυκώδης
κηρύλος
κήρυνος
κῆρυξ
κήρυξ
κήρυξις
κηρύσσω
κηρύττω
κηρώδης
κήρωμα
κηρωματικός
κηρωματιστής
κηρών
κήρωσις
κηρωτάριον
κηρωτή
κηρωτοειδής
κηρωτομάλαγμα
κηρωτός
κᾐς
κησσόν
κήτα
κῆται
κητεία
Κήτειοι
κήτειος
Κητεύς
…
κήρυκος
Save
Pape
κήρυκος
, [ῡ], ὁ, nach
EM
. 775.26 äolisch = κῆρυξ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}