κηρυκτικός Save LSJ Bailly 2024 κηρυκ-τικός, ή, όν, = κηρυκικός, Gal. 1.227. κηρυκτικός, ή, όν, de héraut, Gal. 2, 171 ; Clém. 1, 692 Migne. Étym. κῆρυξ.