κηρυκηΐη Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κηρυκ-ηΐη, κηρυκ-ήϊον, Ion. for κηρυκεία, -ειον. κηρυκηΐη, v. κηρυκεία. κηρυκηΐη Ion. voor κηρυκεία. κηρυκηΐη, [ῡ], ion. = κηρυκεία.