κισσοστέφανος
κισσοστέφανος, ivy-crowned
κισσο-στέφᾰνος, ον,
- ivy-crowned, of Dionysus, AP 9.524.11.
κισσο·στέφανος, ος, ον [ᾰ] couronné de lierre, Anth. 9, 524, 11.
Étym. κισσός, στέφανος.
κισσοστέφανος, = κισσοστεφής ; Bacchus, Anth. IX.524.11.
κισσοστέφανος
κισσο-στέφᾰνος, ον
- ivy-crowned, Anth.