καθυπερακοντίζω
καθυπερακοντίζω, to overshoot completely
καθυπερ-ᾰκοντίζω,
- overshoot completely, ἵνʼ οἱ θεοὶ τοὺς Γηγενεῖς . . καθυπερηκόντισαν Ar. Av. 825.
καθ·υπερακοντίζω [ᾰῠᾰ] (ao. καθυπερηκόντισα) c. ὑπερακοντίζω, Ar. Av. 825.
καθυπερακοντίζω, darüber hin-, herunterschießen, besiegen, τινά, Ar. Av. 825.
καθυπερακοντίζω
fut. σω
- to overshoot completely, Ar.